Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ:΄΄ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ'' ΤΗΣ ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΦΩΚΑ!!!


                                                         ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ


 Κούμπωσε το παλτό του μέχρι το λαιμό, έκλεισε την πόρτα πίσω του και βγήκε στο δρόμο. Τα  μάγουλά του κοκκίνισαν από το κρύο. Επίμονα οι περαστικοί κάρφωναν τα μάτια τους επάνω του. Δεν διασταύρωσε την ματιά του με κανέναν. Περπάτησε μέχρι τον σταθμό του μετρό. Έβγαλε από την τσέπη του ένα εισιτήριο και το πέρασε από το μηχάνημα. Οι κινήσεις του ήταν κοφτές, σχεδόν  αυτοματοποιημένες. Επιτάχυνε το βήμα του και ξαφνικά σταμάτησε μπροστά από τις μεταλλικές πόρτες του συρμού που περίμενε στην αφετηρία. Οι πόρτες άνοιξαν απότομα και ο επιβάτης με τον αριθμό εισιτηρίου 000234 μπήκε μέσα. Μετά ήταν η σειρά του. Είχε τον αμέσως επόμενο  αριθμό. Κατέβηκε στην στάση που δεν ήθελε. Μετά προχώρησε το ίδιο απρόθυμα για να πάει στο προγραμματισμένο του ραντεβού.
Διάσχισε την Πανεπιστημίου. Έπεσε πάνω σε μια πορεία διαδηλωτών. Ο κόσμος τον έσπρωχνε. Άλλοι χειρονομούσαν, άλλοι έβριζαν, κάποιοι καταριόντουσαν τους πολιτικούς.
-Ψωμί, Παιδεία, Δικαίωμα στην Εργασία.
 Οι φωνές τους πνίγηκαν από τις μολότοφ που έπεσαν.  Αυτοί οι άνθρωποι διεκδικούσαν τα όνειρά τους. Οι αστυνομικοί έκαναν συλλήψεις. Οι διαδηλωτές αντιστέκονταν σθεναρά. Ένας αστυνομικός τραυματίστηκε.  Ανάμεσα στους διαδηλωτές φώναζαν και παιδιά. Αυτά φώναζαν πιο πολύ απ όλους ίσως γιατί πεινούσαν πιο πολύ.  Οι μεγάλοι είχαν να φάνε πιο πολλές μέρες αλλά είχαν άλλες προτεραιότητες. Θέλανε πρώτα να βολευτούν σε μια καρέκλα και μετά να ψάξουν κάτι να φάνε για να στυλωθούν στα πόδια τους.  Παρά την γενική ταραχή αυτός προχώρησε ακάθεκτος. Τίναξε τη σκόνη από το παλτό του. Όταν έφτασε στο γραφείο του κάθισε στη δερμάτινη καρέκλα του, άνοιξε τα χαρτιά του και κάλεσε τη γραμματέα του. Εκείνη έφτασε αμέσως, ντυμένη με τον γνώριμο εξεζητημένο τρόπο. Τον πλησίασε και τον φίλησε. Αφέθηκε στην αγκαλιά της μηχανικά χωρίς να βγάλει τα ρούχα του και όταν εκείνη ανέβασε το φερμουάρ της φούστας της δεν γύρισε να την κοιτάξει.
Σε μια ώρα είχαν συμβούλιο. Πήραν πολύ σημαντικές αποφάσεις. Επιδίωκαν την στοχευόμενη προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της εταιρείας τους σε τρία σημεία - κλειδιά στο εξωτερικό. Κουράστηκε πολύ. Ο λαιμός του στέγνωσε. Μέτρησε τις δυνάμεις του. Σε λίγο έπρεπε να φύγει για άλλο ένα επαγγελματικό δείπνο. Το εστιατόριο που θα δειπνούσαν ήταν αυτό που είχε τιμηθεί με χρυσό σκούφο πέρυσι. Δεν σέρβιραν μαγειρευτό φαγητό.   Όλα μέσα στο εστιατόριο υπάκουαν σε μια κοσμοπολίτικη νομοτέλεια. Ένας Φασιανός κρεμόταν στον τοίχο.   Όλα ήταν ρυθμισμένα στην εντέλεια, καλοκαρδισμένα γύριζαν ολοένα στο γρανάζι  
ενός  ελιτίστικου καθωσπρεπισμού. Πριν από ένα μόλις λεπτό ο μαιτρ πέρασε με το υποδεκάμετρο του και μέτρησε τις αποστάσεις των σερβίτσιων.  Ένα μαχαίρι είχε φύγει από τη θέση του αλλά το διόρθωσε πριν κάποια επιτιμητική ματιά ανωτέρου το ανακαλύψει. Η συνδαιτυμόνας του  που έφτασε ακριβώς στην ώρα της, ήταν μια αυστηρή, διεκδικητική γυναίκα. Το γεύμα αφορούσε στην εισαγωγή πρώτων υλών από την Γερμανία για την δημιουργία των καινοτόμων προϊόντων της επόμενης  σεζόν.  Οι δυο τους έτρωγαν και σε κάθε μπουκιά  η τιμή των πρώτων υλών ανεβοκατέβαινε επικίνδυνα. Ήταν ένας εξοντωτικός αγώνας δρόμου. Στο επιδόρπιο έκλεισε οριστικά η συμφωνία.
Ο άντρας σηκώθηκε και χαιρέτισε τυπικά. Φεύγοντας  από το εστιατόριο πέρασε από το γραφείο ν΄ αφήσει κάτι χαρτιά και ξαναέκανε την ίδια διαδρομή για το σπίτι. Οι διαδηλωτές δεν είχαν ακόμα διαλυθεί. Η ατμόσφαιρα μύριζε χημικά. Έστριψε σε ένα μικρό σοκάκι και μπήκε σε ένα μαγειρείο. Πήρε ένα πακέτο ρεβίθια. Πλήρωσε με πιστωτική κάρτα και τα έχωσε μέσα στον χαρτοφύλακά του. Ο χαρτοφύλακας έχασε προς στιγμή το αψεγάδιαστο σχήμα του. Μετά σταμάτησε σε ένα περίπτερο και αγόρασε ένα ακριβό πούρο. Θα το κάπνιζε αύριο στο γραφείο μεταξύ 12 και 12.30 όταν θα είχε τηλεφωνικό ραντεβού με τον εμπορικό ακόλουθο της κινεζικής πρεσβείας.
Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά της εξώπορτας. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό. Ήταν η γραμματέας του. Του ψιθύρισε λόγια γεμάτα φωτιά. Σε μισή ώρα χτυπούσε το κουδούνι του. Της άνοιξε τυλιγμένος με μια σατέν ρόμπα. Έπεσε πάλι στην αγκαλιά του. Του είπε ότι δεν άντεχε να περιμένει μέχρι αύριο. Έπρεπε εξάπαντος να της δώσει χρήματα ν’ αγοράσει ένα διαμαντένιο κολιέ. Μηχανικά πήγε στο γραφείο του και της έκοψε μια επιταγή. Την άφησε πάνω στο τραπέζι και την ρώτησε αδιάφορα αν θα ήθελε να καθίσει να φάνε ρεβίθια. Εκείνη έκανε ένα μορφασμό αποδοκιμασίας και του είπε με ένα αμυδρό χαμόγελο, λίγο ειρωνικό.
-Μια άλλη φορά.
Η γραμματέας πήρε την επιταγή και έφυγε βιαστικά. Ο άντρας προχώρησε προς την τουαλέτα. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Πριν από ένα μήνα είχε κάνει μπότοξ στο πρόσωπό του. Το άγγιξε για μια στιγμή με τα χέρια του. Ήταν σκληρό, ξένο. Δεν είχε πλέον τον έλεγχο των κινήσεων του μετώπου του. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Άνοιξε το καπάκι της λεκάνης και  γονάτισε. Με τον δείκτη του αριστερού του χεριού άρχισε να πάλλει τον ουρανίσκο του δυνατά, άγρια, μέχρι που το περιεχόμενο του στομαχιού του εκτοξεύτηκε με βία στη λεκάνη. Τότε, τράβηξε μηχανικά το καζανάκι Στο σαλόνι χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο γενικός διευθυντής της πολυεθνικής που δούλευε. Του ανακοίνωσε ότι είχε εκλεγεί  παμψηφεί από το Δ.Σ. ως ο υπάλληλος της                                       χρονιάς. Ο μισθός του θα αυξανόταν σημαντικά. Το ίδιο και οι υποχρεώσεις. Θα δούλευε ακατάπαυστα, σκεπτόμενος ακόμα και στον ύπνο του. Κανένα λεπτό της ώρας δεν του ανήκε πλέον.
Έκλεισε το τηλέφωνο. Απ΄ έξω από το σπίτι του ακουόντουσαν αμυδρά οι φωνές των διαδηλωτών που είχαν φτάσει μέχρι το προάστιο που έμενε. Ξεχώρισε και τις σειρήνες των περιπολικών. Τα πράματα είχαν αγριέψει πολύ.
Ψωμί, Παιδεία, Δικαίωμα στην εργασία.
Άρπαξε το χαρτοφύλακά του με τα ρεβίθια και κατευθύνθηκε σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του στον επάνω όροφο.  Άνοιξε μια πόρτα και μπήκε σε ένα άσπρο δωμάτιο. Το δωμάτιο   αυτό ήταν άδειο. Δεν είχε παράθυρα. Προχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου με διστακτικά βήματα. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Όταν έφτασε στο κέντρο του δωματίου έβγαλε την ρόμπα του και κάθισε κάτω γυμνός. Πήρε τον χαρτοφύλακα στην αγκαλιά του. Τον έσφιξε στο στήθος του.  Έβαλε το πακέτο με τα ρεβίθια και άρχισε να τρώει λαίμαργα από την συσκευασία. Το  στομάχι του σφίχτηκε από πόνο.  Ξέσπασε σε λυγμούς. Η άκαμπτη μάσκα του προσώπου του έσπασε σε χίλια κομμάτια. Έκλαιγε ασταμάτητα, ούρλιαζε, βογκούσε, τα ρεβίθια ανακατεύονταν με τα δύσοσμα υγρά του στομάχου του και έρχονταν κατά κύματα στην επιφάνεια. Ένα ρεβίθι παίρνοντας μια διαφορετική πορεία έφραξε τον λαιμό του. Το επιτυχημένο στέλεχος της πολυεθνικής έσβησε άδοξα μέσα στο άδειο δωμάτιο. Τα μεγάλα μάτια του έμειναν ασάλευτα στο κενό, το κορμί του κοκάλωσε στην εμβρυακή στάση και το μόνο που  πρόδιδε ότι σε αυτήν τραγική φιγούρα κάποτε υπήρξε ζωή ήταν η ΄’εξώδιος΄’ κίνηση που έκαναν δυο-τρία ρεβίθια από το στόμα του ανακατεμένα με  εκκρίματα και αίμα  πάνω στο άσπρο πάτωμα.

                                                                    
 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΦΩΚΑ


                                                                                                                                      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου