Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Ενδιαφέρουσα oμιλία του θεωρητικού -ιστορικού τέχνης Λεόντιου Πετμεζά στη ημερίδα: ’’Πολιτισμός και τέχνη –Η τράπεζα του μέλλοντος’’ στη Λεμεσό.


Ο Πανεπιστημιακός -Διευθυντής του Ιστορικού  Μουσείου Δρ.Μίμης Σοφοκλέους, η πρόεδρος της ομάδας '' Τέχνη χωρίς Σύνορα '' Ηρώ Αρμεύτη, ο Θεωρητικός-Ιστορικός τέχνης Λεόντιος Πετμεζάς και  η πρώην Ευρωβουλευτής ,μέλος του ΔΣ  της ομάδας ''Τέχνη χωρίς Σύνορα'' Αντιγόνη Περικλέους Παπαδοπούλου  συγκρότησαν το πάνελ της ημερίδας


Η ομιλία του θεωρητικού- ιστορικού τέχνης Λεόντιου Πετμεζά  έγινε στηv ημερίδα: ’’Πολιτισμός και τέχνη –Η τράπεζα του μέλλοντος’’ που πραγματοποιήθηκε  στο  χώρο Τρακασόλ της Λεμεσού  στη Κύπρο στα πλαίσια της  διεθνούς έκθεσης της εικαστικής ομάδας ''Τέχνη χωρίς Σύνορα''

ΘΕΜΑ : H ΤΕΧΝΗ ΩΣ  ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΉ ΔΙΠΛΩΜΑΤΊΑ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ

Ιστορική αναδρομή

Η τέχνη στην Κύπρο ξεκινά  στο τέλος του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε οι  μορφές καλλιτεχνικής παραγωγής  ανήκαν στη σφαίρα της θρησκευτικής και λαϊκής τέχνης. Οι δημιουργικές παραδόσεις ακολούθησαν την πολιτισμική  και πολιτιστική ιστορία του νησιού από την Προϊστορία, τον Εξελληνισμό, τον Χριστιανισμό ,το Βυζάντιο , τη Φραγκοκρατία και την Ενετική περίοδο που έληξε με την Οθωμανική κατάκτηση τον 16ο αιώνα που διήρκησε τρεις αιώνες. Η Κύπρος παραδόθηκε με ενοίκιο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Μεγάλη Βρετανία το 1878, ανακηρύχθηκε βρετανική αποικία το 1825 και παρέμεινε  έτσι ως την ολοκλήρωση του Απελευθερωτικού Αγώνα το 1959. Οι ιστορικές συνθήκες και η γεωγραφική θέση ανέδειξαν το νησί σε σταυροδρόμι πολιτισμών μέσα από τη πρώιμη, τη κλασική περίοδο και την ύστερη νεωτερικότητα .Την εποχή  αυτή είχε λίγες επιρροές από  τα ιδανικά της Αναγέννησης και  του Διαφωτισμού που ως  πολιτιστικά και πνευματικά κινήματα έθεσαν τα θεμέλια των σύγχρονων κοινωνιών  στο περιβάλλον της Δύσης. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις συνθήκες που επέβαλλε η δυτική ηγεμονία και  σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, μεταξύ των οποίων οι στρατιωτικές συγκρούσεις, η απώλεια ανθρώπινων ζωών, ο εκτοπισμός και η εδαφική διαίρεση .
Οι ιδιαίτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που διαμόρφωσαν την πραγματικότητα της  στη διάρκεια της περιόδου  είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση των ιδιαίτερων τρόπων με τους οποίους η τέχνη  λειτουργεί ως πολιτιστική διπλωματία ,κατά πόσο παράγεται και κατά  πόσο γίνεται αντιληπτή   στο εσωτερικό  και σε σχέση με τη διεθνή σκηνή .
Τα πρώτα δείγματα ενυπόγραφου  έργου που υπάρχει στις νατουραλιστικές απεικονίσεις   δημιουργήθηκε  από ερασιτέχνες ζωγράφους που ταξιδεύουν από την Αγγλία στα τέλη του 19ου αιώνα. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα συναντάμε   ατομικές  εκθέσεις από Βρετανούς καλλιτέχνες που επισκέπτονται  η εγκαθίστανται στο νησί ως διοικητικά και στρατιωτικά στελέχη και από Έλληνες καλλιτέχνες που έρχονται  να διδάξουν σε δημόσια σχολεία ή από  ντόπιους καλλιτέχνες που επιστρέφουν από τις σπουδές τους στο εξωτερικό.
Οι πρώτες οργανωμένες ομαδικές εκθέσεις  στη δεκαετία του 1930  ήταν ανοικτές στους ερασιτέχνες και επαγγελματίες καλλιτέχνες που ζούσαν στο νησί, δίνοντάς τους την ευκαιρία να παρουσιάσουν και να διαθέσουν προς πώληση τα έργα τους για πρώτη φορά.
Οι πρώτοι καλλιτέχνες που  σπούδασαν  τη τέχνη στο εξωτερικό  προσανατολίζονταν στη δημιουργία  μιας κίνησης για να βοηθήσουν την προβολή του έργου τους.
Ορισμένοι   παρακολουθούσαν  τις εξελίξεις της τέχνης που είχαν αρχίσει να αλλάζουν το πρόσωπο της διανόησης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην Ευρώπη και στον κόσμο. Αυτό ήταν  ορατό στο έργο τους  που καταδείκνυε άμεσες ή έμμεσες επιρροές από τα πρώτα επαναστατικά μοντέρνα κινήματα, όπως ο ιμπρεσιονισμός. Όμως το περιοριστικό περιβάλλον της πατρίδας τους, σε συνδυασμό με το πολύπλοκο και πολυτάραχο κοινωνικοπολιτικό κλίμα , έθετε ως προτεραιότητα άλλα θέματα πέρα από την τέχνη και τον πολιτισμό και δεν βοήθησε στην απελευθέρωση της πρακτικής  από τον ρεαλισμό, το νατουραλισμό και την αναπαράσταση.
Οι άμεσοι διάδοχοί τους ανέπτυξαν μια πιο εξειδικευμένη και συστηματική παραγωγή. Νεαροί απόφοιτοι φημισμένων ξένων σχολών τέχνης και  αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες  άφησαν  έντονη τη σφραγίδα τους κατά τη διάρκεια  της περιόδου μέσω της διδασκαλίας  και της προσωπικής  καλλιτεχνικής  συνεισφοράς  τους. Μεταξύ άλλων στη γενιά αυτή ξεχωρίζουν ιδιαίτερα οι φυσιογνωμίες του Αδαμάντιου Διαμαντή, του  Τηλέμαχου Κάνθου και του Γεώργιου Πολύβιου Γεωργίου. Παρόλο που η προσωπική  ιδιοσυγκρασία και η καλλιτεχνική πρακτική τους ήταν  διαφορετική, συνδύασαν τις γνώσεις τους γύρω από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με το τοπικό χρώμα και την αληθινή ζωή του τόπου δημιουργώντας εν μέσω μιας πολυτάραχης ιστορικής περιόδου που κατέληξε στην ανεξαρτησία του 1960, ασκώντας  μεγάλη επίδραση στις επόμενες γενιές  των καλλιτεχνών.
Μια πολύ σημαντική φιγούρα  σε αυτή τη φορτισμένη και  μεταβατική περίοδο είναι ο Χριστόφορος Σάββα που παρουσίασε τις πρώτες εκθέσεις του στη Λευκωσία στα μέσα της δεκαετίας του 1950 φοιτητής ακόμη στη Βρετανία και στη Γαλλία. Πολύ προοδευτικός για το περιβάλλον της Κύπρου, επικρίθηκε αρχικά για να κερδίσει λίγα χρόνια αργότερα και μετά τον πρόωρο θάνατό του  τον τίτλο του σημαντικότερου πρόδρομου της σύγχρονης κυπριακής τέχνης. Να αναγνωριστεί ως  εξαιρετικά χαρισματική προσωπικότητα που βρέθηκε στην καρδιά των πρώτων πνευματικών πυρήνων που λειτούργησαν στις αρχές της δεκαετίας του '60.
Μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, η τέχνη  εκφράζει την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας. Αναδυόμενη από κοινωνικές εντάσεις και ραγδαίες αλλαγές, ήταν εμβληματική της τεχνολογικής, κοινωνικής και πολιτικής επανάστασης και της παγκόσμιας αλλαγής λειτουργώντας ως πολιτική πράξη.
Εξέφραζε την ανάγκη φυγής από την περιγραφή και τη στροφή προς την ερμηνεία ενώ ταυτίστηκε  συνειδητά με τα παγκόσμια καλλιτεχνικά ρεύματα. Εμφανίστηκαν νέοι καλλιτέχνες που παρουσίασαν νέες μορφές συλλήψεων όπως την τέχνη με κατασκευές, την κινητική αφαίρεση και την οπ αρτ ή οπτική τέχνη που επηρέασε ιδιαίτερα  καθώς ενθάρρυνε ένα διαδραστικό διάλογο με τον θεατή. Αυτό το δυναμικό ξεκίνημα θα είχε άλλη εξέλιξη  αν δε συνέβαινε  η τουρκική εισβολή του 1974, που οδήγησε σε μεγάλες ανθρώπινες , υλικές απώλειες και μαζική προσφυγοποίηση. Η έντονα τραυματική περίοδος είχε  καθοριστικές επιπτώσεις στους δημιουργούς, πολλοί από τους οποίους αντέδρασαν παλινδρομώντας σε πιο ρεαλιστικές φόρμες, ή  απείχαν παρατεταμένα από τη παραγωγή.
Ωστόσο λίγο πιο πριν τo 1968, η Κύπρος συμμετείχε για πρώτη φορά στην Μπιενάλε Τέχνης της Βενετίας με έξι νέους καλλιτέχνες, το έργο των οποίων εξέφραζε με πολλούς τρόπους τη σταδιακή μετάβαση  στα πεδία του μοντερνισμού και της αφαίρεσης.
Η πρώτη εμφάνιση της Κύπρου οργανώθηκε από τον Έλληνα κριτικό τέχνης Τώνη Σπητέρη  που υπήρξε  γενικός γραμματέας της διεθνούς AICA. Το 1966, ο Σπητέρης είχε διοριστεί από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ΙΙΙ και πρώτο Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Κύπρου  ανεξάρτητος σύμβουλος του νεοσύστατου κράτους για πολιτιστικά θέματα  και  χρησιμοποίησε την επιρροή του ώστε να συνδεθεί η χώρα με κάποιες από τις σημαντικότερες διεθνείς εκθέσεις, όπως οι Μπιενάλε της Βενετίας ,του Σάο Πάολο και  των Νέων Καλλιτεχνών του Παρισιού. Χρόνια μετά την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ο μόνος δημόσιος φορέας για τον πολιτισμό που υπήρχε στη χώρα ήταν η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση που ξεκίνησε το 1960  και χειριζόταν όλα τα θέματα εκπαίδευσης και πολιτισμού της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας. Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-64 και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την κεντρική κυβέρνηση, η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση αντικαταστάθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ιδρύθηκε το 1965 με βάση το «δίκαιο της ανάγκης»  και περιελάμβανε ένα μικρό πολιτιστικό τμήμα, τη Μορφωτική Υπηρεσία, που σταδιακά άρχισε να αναπτύσσει πολιτικές για την υποστήριξη και προώθηση της  τέχνης εντός και εκτός Κύπρου. Παρά τις δύσκολες πολιτικές συνθήκες στο εσωτερικό, η Κύπρος του 1960 ήταν γεμάτη με ελπίδα και αισιοδοξία, καθώς το νέο κράτος εισερχόταν σε μια φάση ραγδαίων αλλαγών. Εκεί που η κυπριακή τέχνη είχε αρχίσει να τείνει προς τον ακαδημαϊσμό και την εσωστρέφεια, μια  ομάδα δυναμικών και προοδευτικών καλλιτεχνών, απόφοιτοι σχολών τέχνης που  ανέτρεπαν την κοινωνική και πνευματική ζωή της Ευρώπης, μετέφεραν στο νησί τις νέες φόρμες της αφαίρεσης στη ζωγραφική και τη γλυπτική, τολμώντας ένα  κριτικό  λόγο που  αμφισβητούσε το υπάρχον καλλιτεχνικό και κοινωνικό κατεστημένο.
Από τη δεκαετία του 1970 συνεχίστηκε η ροή καλλιτεχνών που επέστρεφαν στο νησί, με επιρροές από το εξωτερικό. Σταδιακά και με συνέχεια τις δύο επόμενες δεκαετίες που ακολούθησαν, η αφαίρεση και ο γεωμετρικός μινιμαλισμός  υποχώρησαν μπροστά σε μια νέα μορφολογία που είναι πιο αφηγηματική σε έκφραση.
Στα χρόνια που ακολουθούν κυριαρχεί η παρουσία του εμπνευσμένου Κίκου Λανίτη που διετέλεσε πρόεδρος του καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου  της Κύπρου.
Το κύριο χαρακτηριστικό της εξέλιξης είναι η πολυμορφία του προσανατολισμού και της έρευνας. Νέες ιδέες και τάσεις εμφανίζονται  σαν αποτέλεσμα της προσπάθειας να εκφραστεί  ο πολυσύνθετος  ιδεογραφικός  χαρακτήρας του περιβάλλοντος και της εποχής . Συχνά αναζητούνται  νέα στοιχεία , υλικά και τεχνολογίες, μέσω των οποίων οι εικαστικές επιδόσεις εμπλουτίζονται συνεχώς. Προσωπικές μνήμες, καταθέσεις και ιστορικά γεγονότα, αναμιγνύονται σε μια μοναδική ιδεογραμμική   και πολύγλωσση έκφραση. Η μεταπολεμική εποχή, προχωρώντας στη δεκαετία του 1980, χαρακτηριζόταν από δραστικές αλλαγές και μεγάλες αντιφάσεις. Η ταχεία οικονομική εξέλιξη του νησιού αναβάθμισε το βιοτικό επίπεδο και παρείχε αυξημένη κινητικότητα και πρόσβαση στην ακαδημαϊκή μόρφωση.
Τότε εμφανίστηκαν οι πρώτες επαγγελματικές γκαλερί και  τα πολιτιστικά κέντρα, ενώ η στηριζόμενη από το κράτος συμμετοχή σε διάφορες διεθνείς καλλιτεχνικές εκθέσεις είναι δυναμική. Το πνεύμα του διεθνισμού  εξαπλώνεται μέσα από το έργο μιας διευρυμένης ομάδας καλλιτεχνών που ενεργοποίησαν εκ νέου την τοπική σκηνή  εισάγοντας νέες εικαστικές γλώσσες που  υιοθέτησαν  από τους χώρους εκπαίδευσής τους . Παρόλα αυτά, σε μια μετααποικιοκρατική κοινωνία που αντιμετώπιζε κρίσεις ταυτότητας, πολιτική αστάθεια ,πληθυσμιακή και εδαφική διαίρεση, οι κυρίαρχες νοοτροπίες εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζονται από συντηρητισμό και εσωστρέφεια. Ένα πολύπλοκο σύνολο ψυχοκοινωνικών διεργασιών υπέβαλλε  στη τέχνη να μείνει  μεγάλο διάστημα σε απόσταση από την κοινωνικοπολιτική σφαίρα, επικεντρωνόμενη σε αισθητικές και φορμαλιστικές ποιότητες  και δοσμένη μέσα από ένα ατομικιστικό και υπαρξιακό φακό. Μια εποχή  προβληματισμού γύρω από την έννοια του ανήκειν  με προοπτικές ωστόσο για πρόοδο και αλλαγή. Στα επόμενα χρόνια καθώς η νέα Δύση  κινείται προς ανακάλυψη των νευραλγικών περιφερειών γύρω από τα μητροπολιτικά κέντρα της τέχνης, παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ του τοπικού και του διεθνούς γίγνεσθαι. Η νέα γενιά καλλιτεχνών, τεχνολογικά ενημερωμένη και πολυταξιδεμένη, επεδείκνυε περισσότερο ενδιαφέρον για την παγκόσμια πολιτική και τα κοινωνικο-οικονομικά φαινόμενα του πλανήτη, αρχίζοντας  να χρησιμοποιεί την τέχνη ως μέσο διατύπωσης διπλωματικών  θέσεων που  αφορούσαν το κοινωνικό σύνολο καθώς και αποδόμησης των παραδοσιακά κυρίαρχων αντιλήψεων. Μέσα στο πνεύμα αυτό παρατηρήθηκε η στροφή προς τη συλλογικότητα, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και καλλιτεχνικών πρακτικών. Αυτό  μαρτυρούσε η εμφάνιση διαφόρων καλλιτεχνικών ομάδων από τη δεκαετία του ΄90 και έπειτα που διοργάνωναν ατομικές και ομαδικές εκθέσεις -δρώμενα τέχνης και πολιτισμού με τη συμμετοχή Κυπρίων, Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και η διαμόρφωση μιας νέας θεματολογίας  που επιχειρούσε  να προσεγγίσει εποικοδομητικά την πολιτική πραγματικότητα της Κύπρου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το 1996 ο διεθνής  Έλληνας ζωγράφος, λογοτέχνης και performer  Κώστας Ευαγγελάτος εξέθεσε  τις Νεφελογραφίες  του στην Opus Gallery της Λευκωσίας και παρουσίασε  τηλεοπτικά  εκλεκτιστικές performances  που προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση ,εκτενή κριτική αναλυτική  μελέτη για το θέμα  έχω παραθέσει στο βιβλίο μου ’’Η αισθητική ενατένηση του Κώστα Ευαγγελάτου, εκδ" Συλλογές", 2001 και  επίσης συμμετείχε  στην σημαντική έκθεση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών στην Πύλη  Αμμοχώστου :
" Σύγχρονες ζωγραφικές απόψεις της Αθήνας" με επιμέλεια του ιστορικού τέχνης, καθ. Στέλιου Λυδάκη για το οποίο έχω παραθέσει θεωρητική προσέγγιση  στην έκδοση- κατάλογο επιτευγμάτων του καλλιτέχνη  εκδ. 2014.
Η ποικιλομορφία της σύγχρονης κυπριακής  σκηνής είναι σήμερα πιο ορατή , με ένα διευρυμένο φάσμα  δραστηριοτήτων και αλλαγών, με σοβαρές συνεργασίες με γκαλερί και μουσεία του εξωτερικού , με αυξημένη  την εποικοδομητική συμμετοχή σε διεθνή γεγονότα, σε προγράμματα φιλοξενίας καλλιτεχνών σε διάφορες χώρες του κόσμου ,με σημαντικό επίτευγμα τη παρουσία στην Μπιενάλε Βενετίας και σε άλλα διεθνή happenings και events.
Οι δημιουργοί  είναι πιο αναλυτικοί και κριτικοί απέναντι στο οικείο περιβάλλον έχοντας εμπλουτίσει σημαντικά τα λεξιλόγιά τους. Αποτελούν μέρος της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κοινότητας και είναι περισσότερο εξοπλισμένοι απέναντι στις προκλήσεις .
Η ένταξη  της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 έχει ανοίξει νέα δίκτυα επικοινωνίας και δυνατότητες κοινοτικής χρηματοδότησης, αυξάνοντας την καλλιτεχνική κινητικότητα και προωθώντας τις αξίες της διαφορετικότητας, του βιόκοσμου και της πολιτισμικότητας. Μέσα από αυτές  τις τεράστιες διαπραγματεύσεις ο τομέας της τέχνης  έχει  εξαιρετικό επίπεδο δομών και υποδομών με  ακμάζουσα την  αγορά της  τέχνης, την θεσμική ατομική  και συλλογική δραστηριότητα που  ευπρόσδεκτα στηρίζει  την ετήσια πολιτιστική ατζέντα.
Αναμένεται η επικείμενη αναβάθμιση και επέκταση της Κρατικής Πινακοθήκης σε νέο χώρο ,σε δεύτερο κτήριο στην καρδιά της παλιάς Λευκωσίας, και η ίδρυση  της Σχολής Καλών Τεχνών ορόσημα που  θα δώσουν σημαντική ώθηση στην έρευνα και τεκμηρίωση της ιστορίας  της τέχνης, ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη της θεωρίας που με  ουσιαστικότερες και βαρύνουσες  πλατφόρμες ανάλυσης και αξιολόγησης θα επικυρώσει καίρια  τη δυναμική της τέχνης και του πολιτισμού θέτοντας  τα δύο αυτά ως τα βασικά πλέον χαρακτηριστικά  της κοινωνικής ,πολιτικής και οικονομικής προόδου στο σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος της Κύπρου.


Λεόντιος Πετμεζάς
Θεωρητικός-Ιστορικός τέχνης




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου